Αυξήσεις για τους ιερωμένους: Όταν η λιτότητα σταματάει στην πόρτα του παπαδικού
Σε μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι μετρούν τα κέρματα πριν φτάσουν στο τέλος του μήνα, όπου οι νέοι εγκαταλείπουν την πατρίδα αναζητώντας αξιοπρεπείς αποδοχές και όπου συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι ακούν διαρκώς το γνωστό τροπάριο περί «δημοσιονομικών περιορισμών», φαίνεται πως κάποιοι εξακολουθούν να απολαμβάνουν ιδιαίτερη μεταχείριση.
Η νέα αύξηση στις αποδοχές των ιερωμένων έρχεται να υπενθυμίσει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πολίτες πολλών ταχυτήτων. Για τον μέσο εργαζόμενο η κυβέρνηση επικαλείται στενά περιθώρια και αντοχές της οικονομίας. Για την Εκκλησία, όμως, τα περιθώρια ξαφνικά διευρύνονται και τα ταμεία αποκτούν αξιοσημείωτη ελαστικότητα.
Η συζήτηση δεν αφορά την πίστη ούτε το θρησκευτικό συναίσθημα. Αφορά την προκλητική προτεραιοποίηση μιας κατηγορίας δημοσίων λειτουργών τη στιγμή που δάσκαλοι, νοσηλευτές και εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα παλεύουν με μισθούς που εξαντλούνται πριν καν ολοκληρωθεί ο μήνας.
Είναι αξιοσημείωτο ότι όσοι συνηθίζουν να κηρύσσουν την ταπεινότητα και την εγκράτεια, δεν δείχνουν την ίδια προσήλωση όταν πρόκειται για το μισθολόγιο. Η λιτότητα, φαίνεται, είναι αρετή για τους πολλούς, αλλά όχι απαραίτητα για εκείνους που την προβάλλουν από τον άμβωνα.
Και βέβαια, σε μια χώρα που αδυνατεί να βρει πόρους για κρίσιμους τομείς, η επιλογή να δοθεί ακόμη μεγαλύτερο βάρος στον ήδη κρατικά μισθοδοτούμενο κλήρο εγείρει εύλογα ερωτήματα. Πρόκειται για κοινωνική πολιτική ή για ακόμη μία επένδυση σε ένα παραδοσιακό εκλογικό ακροατήριο;
Ίσως, τελικά, το πραγματικό θαύμα να μην είναι οι αυξήσεις στους μισθούς των ιερωμένων. Το πραγματικό θαύμα είναι ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολίτες που θεωρούν φυσιολογικό να υπάρχουν χρήματα για τους «εκλεκτούς του Κυρίου», αλλά όχι για όλους τους υπόλοιπους θνητούς που σηκώνουν καθημερινά το βάρος της οικονομίας.
Γιατί, όπως αποδεικνύεται, στην Ελλάδα του 2026 ακόμη και η λιτότητα έχει… εξαιρέσεις. Και οι εξαιρέσεις αυτές φορούν ράσα.
"Προνόμια με… Θεία Κάλυψη
Η Λιτότητα για τους Πολλούς, η Ευλογία για τους Λίγους
Όταν η εξουσία μπερδεύει την πίστη με τα προνόμια, δεν υπηρετεί ούτε τον πολίτη ούτε τον Θεό. Υπηρετεί απλώς το παλιό ελληνικό σύστημα των εξαιρέσεων. Και αυτό δεν είναι θαύμα· είναι πολιτική επιλογή.»
"Η σωτηρία της ψυχής Είναι πολύ μεγάλο πράγμα Σαν ταξιδάκι αναψυχής Μ’ ένα κρυμμένο τραύμα"
«Με την ευγενική χορηγία των πρώην συντρόφων και των μελλοντικών ανεξαρτήτων...»
Από το «ένα κόμμα, πολλές τάσεις» στα… σαράντα κομμάτια της Αριστεράς
Υπήρξε μια εποχή που ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιαζόταν ως το μεγάλο εγχείρημα της ενωμένης Αριστεράς. Ένα πολιτικό σπίτι αρκετά ευρύχωρο ώστε να στεγάσει συνιστώσες, τάσεις, πλατφόρμες, ρεύματα, υπορεύματα και κάθε πιθανή εκδοχή πολιτικής διαφωνίας. Σήμερα, όμως, μοιάζει να επιβεβαιώνεται η παλιά κακή συνήθεια του χώρου: όταν υπάρχουν δύο αριστεροί σε ένα δωμάτιο, στο τέλος προκύπτουν τρία κόμματα.
Η άλλοτε κυβερνώσα παράταξη κατάφερε ένα επίτευγμα που δύσκολα συναντά κανείς στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Από κόμμα εξουσίας να μετατραπεί σε πολιτική «μητρική εταιρεία» διασπάσεων, τροφοδοτώντας συνεχώς την αγορά με νέα σχήματα, νέες κινήσεις και νέες αναζητήσεις. Αν συνεχιστεί ο ίδιος ρυθμός, δεν αποκλείεται στις επόμενες εκλογές να χρειάζεται ειδικός κατάλογος για να θυμάται ο ψηφοφόρος ποιος αποχώρησε από ποιον και γιατί.
Η Νέα Αριστερά, που δημιουργήθηκε για να εκφράσει μια νέα αρχή, πρόλαβε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να γνωρίσει τις χαρές της εσωστρέφειας και τις παραδοσιακές ασκήσεις υψηλής αριστερής γυμναστικής. Οι τελευταίες παραιτήσεις και αποχωρήσεις ήρθαν να αποδείξουν ότι στην ελληνική Αριστερά η διάσπαση δεν είναι ατύχημα· είναι σχεδόν πολιτιστική κληρονομιά.
Κάποτε οι διαφορές αφορούσαν την επανάσταση, τον ευρωκομμουνισμό και τη στρατηγική απέναντι στον καπιταλισμό. Σήμερα, ο απλός πολίτης δυσκολεύεται να καταλάβει αν οι διαφορές είναι ιδεολογικές, προσωπικές ή αν πρόκειται απλώς για μια παραδοσιακή αριστερή ανάγκη να διαφωνούν όλοι με όλους.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, ενώ η κοινωνία αναζητά μια ισχυρή αντιπολίτευση, ο χώρος δείχνει να αναζητά κυρίως... νέες αφορμές για συνέδρια, ανακοινώσεις και αποχωρήσεις. Κάθε λίγους μήνες εμφανίζεται ένα νέο πολιτικό εγχείρημα που υπόσχεται να διορθώσει τα λάθη του προηγούμενου, μέχρι να έρθει η σειρά του να χωριστεί και αυτό σε ακόμη μικρότερα κομμάτια.
Ίσως τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ να αφήσει τη μεγαλύτερη πολιτική του κληρονομιά όχι στις κυβερνητικές του θητείες αλλά στη συμβολή του στον εμπλουτισμό του ελληνικού κομματικού συστήματος. Άλλοι ιδρύουν σχολές σκέψης. Η ελληνική Αριστερά, εδώ και δεκαετίες, ιδρύει κόμματα.
Και όπως εξελίσσονται τα πράγματα, δεν αποκλείεται σύντομα η Βουλή να χρειαστεί περισσότερα έδρανα. Όχι επειδή αυξήθηκαν οι βουλευτές, αλλά επειδή αυξήθηκαν οι πρώην σύντροφοι.
Η ελληνική Αριστερά απέδειξε για άλλη μια φορά ότι μπορεί να διασπάται με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Γιατί, όπως λέει και η παλιά πολιτική σοφία, όταν δύο σύντροφοι συμφωνούν σε όλα, κάποιος περισσεύει. Κι όταν διαφωνούν, ιδρύουν κόμμα…». Το μόνο που μένει ενωμένο στην ελληνική Αριστερά είναι η παράδοση των διασπάσεων. Ραντεβού στο επόμενο συνέδριο… εκτός αν προηγηθεί διάσπαση!
"Ο Πολιτευτής"
"Εκείνο που υψώνεται και σε εκμηδενίζει είναι της καρδούλας μου το φως που ξεχειλίζει και ότι σε γλιτώνει και σου δίνει την αιτία είναι που χρειάζεται και η γραφειοκρατία.
Ο πρώτος προβοκάτορας απ’ όλους στη ζωή μου είναι η αφεντιά σου που αντιγράφει τη φωνή μου. άλλαξες το σώμα μου με έπιπλα και σκεύη σαν τον σοσιαλισμό που σε βολεύει.
Χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις εκεί που με χειροκροτάς χωρίς να το πιστεύεις παίρνεις την αλήθεια μου και μου την κάνεις λιώμα απ’ το πόδι με τραβάς βαθιά μέσα στο χώμα."
Τα χρέη των κομμάτων και το έλλειμμα λογοδοσίας στη Δημοκρατία
Η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη εκλογών. Κρίνεται καθημερινά από την ισονομία, τη λογοδοσία και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Και λίγα ζητήματα αναδεικνύουν αυτό το πρόβλημα τόσο έντονα όσο τα υπέρογκα χρέη των δύο κομμάτων που κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή της χώρας για δεκαετίες: της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.
Σύμφωνα με τους πρόσφατους δημοσιευμένους ισολογισμούς τους, τα συνολικά χρέη των δύο κομμάτων ξεπερνούν πλέον το ένα δισεκατομμύριο ευρώ. Πρόκειται για ένα ποσό που δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ένα λογιστικό πρόβλημα. Είναι ένα πολιτικό, θεσμικό και βαθιά δημοκρατικό ζήτημα. Η αντίφαση που βλέπει ο πολίτης
Ο μέσος πολίτης στην Ελλάδα γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει οικονομική αδυναμία. Για ένα στεγαστικό δάνειο, για οφειλές προς το Δημόσιο ή για χρέη πολύ μικρότερου ύψους, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και σοβαρές οικονομικές συνέπειες.
Την ίδια στιγμή, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της μεταπολίτευσης διατηρούν χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία συσσωρεύονται εδώ και χρόνια χωρίς να έχει υπάρξει μια αντίστοιχη εικόνα λογοδοσίας που να γίνεται αντιληπτή από την κοινωνία.
Το ερώτημα που γεννιέται είναι απλό:
Πώς μπορεί να πειστεί ο πολίτης ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους, όταν οι συνέπειες φαίνεται να είναι διαφορετικές για τους ισχυρούς και διαφορετικές για τους απλούς ανθρώπους; Η νομιμότητα δεν αρκεί
Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα ότι τα δάνεια των κομμάτων ήταν νόμιμα και ότι χορηγήθηκαν σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο της εποχής.
Ακόμη και αν αυτό ισχύει, η συζήτηση δεν τελειώνει εκεί.
Σε μια δημοκρατία, η νομιμότητα είναι η ελάχιστη προϋπόθεση. Δεν είναι όμως η μοναδική. Εξίσου σημαντικές είναι η πολιτική ευθύνη, η διαφάνεια και η λογοδοσία.
Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν: Ποιοι ενέκριναν τα δάνεια. Με ποια κριτήρια δόθηκαν. Γιατί οι τράπεζες θεώρησαν ότι ήταν βιώσιμα. Ποιο είναι σήμερα το σχέδιο αποπληρωμής τους. Ποια είναι η πραγματική πιθανότητα να εξοφληθούν.
Χωρίς σαφείς απαντήσεις, η καχυποψία ενισχύεται. Η δημοκρατία και η ισότητα απέναντι στον νόμο
Η βασική αρχή κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος είναι ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω των κανόνων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα πολιτικό κόμμα πρέπει να αντιμετωπίζεται ακριβώς όπως μια εμπορική επιχείρηση. Τα κόμματα αποτελούν θεσμούς εκπροσώπησης και η λειτουργία τους έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δημοκρατία.
Ωστόσο, η ειδική θεσμική θέση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ασυλία από την ευθύνη.
Όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι οι ισχυροί οργανισμοί απολαμβάνουν προνόμια που οι ίδιοι δεν έχουν, η εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα αρχίζει να διαβρώνεται.
Και όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, χάνει έδαφος και η ίδια η δημοκρατία. Το πραγματικό κόστος
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Το μεγαλύτερο κόστος είναι θεσμικό. Κάθε φορά που δημιουργείται η αίσθηση δύο μέτρων και δύο σταθμών, ενισχύεται η πεποίθηση ότι η πολιτική λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες από αυτούς που ισχύουν για την κοινωνία.
Αυτό οδηγεί σε απογοήτευση, αποχή από τις εκλογές και απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών.
Η δημοκρατία όμως δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο με νόμους. Χρειάζεται εμπιστοσύνη. Η ανάγκη για πραγματική λογοδοσία
Η συζήτηση για τα κομματικά χρέη δεν πρέπει να γίνεται με όρους κομματικής αντιπαράθεσης. Δεν αφορά μόνο τη Νέα Δημοκρατία ή το ΠΑΣΟΚ. Αφορά τη σχέση των πολιτών με το πολιτικό σύστημα συνολικά.
Η ουσία είναι μία: Σε μια δημοκρατία, όσοι ζητούν από τους πολίτες να τηρούν τους νόμους και να αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις τους, οφείλουν πρώτοι να δίνουν το παράδειγμα. Η λογοδοσία δεν είναι τιμωρία. Είναι προϋπόθεση δημοκρατικής νομιμοποίησης. Και όσο παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τα τεράστια κομματικά χρέη, τόσο θα παραμένει ανοιχτό ένα κρίσιμο ερώτημα για τη χώρα:
Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, η νομιμοποίηση δεν προέρχεται μόνο από τις εκλογές αλλά και από: την ισότητα απέναντι στον νόμο, τη διαφάνεια, τον έλεγχο της εξουσίας, τη δυνατότητα απόδοσης ευθυνών. Τα πιο πρόσφατα δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και το ΠΑΣΟΚ εξακολουθούν να έχουν από τα μεγαλύτερα κομματικά χρέη στην Ευρώπη. Νέα Δημοκρατία
Σύμφωνα με τον ισολογισμό για το οικονομικό έτος 2024 που δημοσιεύθηκε το 2025: Συνολικές οφειλές: περίπου 541,9 εκατ. ευρώ Χρέη προς τράπεζες: περίπου 531 εκατ. ευρώ Αύξηση μέσα σε ένα έτος: περίπου 54 εκατ. ευρώ Τα έσοδα του κόμματος για το 2024 αναφέρονται γύρω στα 18,4 εκατ. ευρώ, ενώ τα λειτουργικά έξοδα ξεπέρασαν τα 71 εκατ. ευρώ
ΠΑΣΟΚ
Με βάση τον ισολογισμό του 2024: Συνολικό χρέος: περίπου 507 εκατ. ευρώ Τραπεζικά δάνεια: περίπου 502,2 εκατ. ευρώ Αύξηση σε σχέση με το 2023: περίπου 56,8 εκατ. ευρώ Το μεγαλύτερο μέρος αφορά δανειακές υποχρεώσεις προς τράπεζες.
Άρα, με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τα δύο κόμματα μαζί εμφανίζουν υποχρεώσεις που ξεπερνούν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Πώς δημιουργήθηκαν αυτά τα χρέη;
Οι βασικοί λόγοι που αναφέρονται διαχρονικά είναι: Μεγάλος τραπεζικός δανεισμός πριν από την οικονομική κρίση. Δάνεια με εγγύηση μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις. Πτώση εκλογικών ποσοστών και μείωση κρατικής χρηματοδότησης μετά το 2010. Συσσώρευση τόκων και αναχρηματοδοτήσεων επί πολλά χρόνια. Το βασικό πολιτικό ερώτημα
Η μεγάλη δημόσια αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο το ύψος των χρεών, αλλά και: αν αυτά τα δάνεια θα αποπληρωθούν πλήρως, με ποιους όρους τα χορήγησαν οι τράπεζες, αν οι όροι ήταν αντίστοιχοι με αυτούς που ισχύουν για πολίτες και επιχειρήσεις, και κατά πόσο οι μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις επαρκούν για την εξυπηρέτησή τους.
Στην πράξη όμως, όταν το χρέος είναι εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και τα ετήσια έσοδα πολύ μικρότερα, η πλήρης αποπληρωμή είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ποιος τελικά «χάνει» αν δεν αποπληρωθούν;
Αυτό είναι το πολιτικά ευαίσθητο ερώτημα. Οι τράπεζες που χορήγησαν τα δάνεια έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί στο παρελθόν με δημόσιους πόρους και ιδιωτικά κεφάλαια. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τυχόν μη είσπραξη μεγάλου μέρους των δανείων μεταφέρει το κόστος έμμεσα στο τραπεζικό σύστημα και τελικά στην οικονομία. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι διαχειρίζονται τα δάνεια σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για όλες τις προβληματικές απαιτήσεις. Η μεγάλη διαμάχη
Οι επικριτές των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ λένε: ότι τα κόμματα αυτά έλαβαν δάνεια που ένας απλός πολίτης ή μια μικρή επιχείρηση δύσκολα θα έπαιρνε, ότι δεν έχει υπάρξει αντίστοιχη αυστηρότητα με αυτήν που αντιμετώπισαν πολλοί δανειολήπτες.
Οι υποστηρικτές τους απαντούν: ότι τα δάνεια ήταν νόμιμα σύμφωνα με το τότε τραπεζικό και πολιτικό πλαίσιο, ότι η μεγάλη οικονομική κρίση ανέτρεψε τις προβλέψεις πάνω στις οποίες είχαν δοθεί.
Γι' αυτό το θέμα παραμένει πολιτικά επίμαχο μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει σοβαρή διαφωνία για το γεγονός ότι τα χρέη είναι πολύ μεγάλα· η διαφωνία αφορά κυρίως το πώς δημιουργήθηκαν, ποιος φέρει την ευθύνη και ποια πρέπει να είναι η λύση.
Η συζήτηση για τα χρέη των κομμάτων δεν αφορά μόνο αριθμούς, ισολογισμούς ή τραπεζικές συμβάσεις. Αφορά κάτι βαθύτερο: τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς που τους κυβερνούν.
Σε μια εποχή όπου οι πολίτες καλούνται καθημερινά να ανταποκρίνονται στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, να αποδέχονται τις συνέπειες των επιλογών τους και να σέβονται τους νόμους του κράτους, είναι εύλογο να απαιτούν το ίδιο επίπεδο ευθύνης από όσους διεκδικούν ή ασκούν την εξουσία.
Η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται από τα δύσκολα ερωτήματα. Αντίθετα, ενισχύεται όταν τα αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια, διαφάνεια και λογοδοσία. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη των ερωτημάτων, αλλά η απουσία πειστικών απαντήσεων.
Γιατί τελικά η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν κερδίζεται με συνθήματα ούτε επιβάλλεται με νόμους. Κερδίζεται όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους, χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς προνόμια και χωρίς την παραμικρή σκιά ότι κάποιοι είναι πιο ίσοι από τους υπόλοιπους.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο χρέος που οφείλει να εξοφλήσει κάθε δημοκρατία.
"We don't get fooled again We'll be fighting in the streets With our children at our feet And the morals that they worship will be gone
I'll tip my hat to the new Constitution Take a bow for the new revolution Smile and grin at the change all around We don't get fooled again
A change, it had to come
We knew it all along We were liberated from the fold, that's all
Στη διεθνή και εγχώρια πολιτική ορολογία, ο όρος «περιστέρια» (doves) χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει πολιτικούς, διπλωμάτες ή ηγέτες που ακολουθούν φιλειρηνική και μετριοπαθή πολιτική, σε αντίθεση με τα «γεράκια» (hawks) που θεωρούνται πιο σκληροπυρηνικοί ή φιλοπόλεμοι.
Στην Ελλάδα το περιστέρι δεν είναι απλώς πουλί. Είναι πολιτικός συνεργάτης.
Άλλοι το κρατούσαν για την ειρήνη, άλλοι για την εικόνα, κι ο Γιώργος Καρατζαφέρης το είχε σχεδόν για συμπαρουσιαστή. Έβλεπες το περιστέρι στον ώμο και δεν ήξερες αν ξεκινά πολιτική ομιλία ή casting για βιβλική ταινία.
Γενικά ο Έλληνας πολιτικός λατρεύει τα σύμβολα: σημαίες, ζεϊμπέκικα, αγκαλιές με γιαγιάδες και φυσικά περιστέρια. Γιατί άμα αφήσεις ένα περιστέρι να πετάξει την κατάλληλη στιγμή, μπορεί για λίγα δευτερόλεπτα να ξεχάσει ο κόσμος ότι δεν πετάει ούτε ο μισθός ούτε η σύνταξη.
Και το πιο άδικο είναι για τα ίδια τα περιστέρια. Ξεκίνησαν ως σύμβολα ειρήνης και κατάντησαν να συμμετέχουν άθελά τους στην ελληνική πολιτική σκηνή. Αν μπορούσαν να μιλήσουν, μάλλον θα έλεγαν: “Άσε μας κάτω άνθρωπέ μου… εμείς για πλατεία βγήκαμε, όχι για κυβέρνηση.”»
Τα περιστέρια των πολιτικών δεν είναι σαν τα άλλα. Τα κανονικά ψάχνουν ψίχουλα· αυτά ψάχνουν κάμερες. Εμφανίζονται λίγο πριν τις εκλογές, κάνουν δυο κύκλους πάνω από το κεφάλι σου, αφήνουν μερικές υποσχέσεις και μετά εξαφανίζονται μέχρι την επόμενη περίοδο ζευγαρώματος… με την εξουσία.
Τα βλέπεις στις πλατείες να περπατούν περήφανα, φουσκωμένα, λες και έσωσαν τον κόσμο, ενώ στην πραγματικότητα απλώς άλλαξαν κόμμα τρεις φορές και γραβάτα πέντε. Άμα τους πετάξεις μια θέση, μια επιδότηση ή κανένα τηλεοπτικό πάνελ, μαζεύονται αμέσως κοπάδι.
Και το εντυπωσιακό είναι ότι όλοι παραπονιούνται γι’ αυτά, αλλά πάντα κάποιος συνεχίζει να τα ταΐζει. Γι’ αυτό έχουν αποθρασυνθεί. Το απλό περιστέρι θα σου λερώσει το μπαλκόνι. Το πολιτικό περιστέρι μπορεί να σου λερώσει όλη σου την ζωή.
Κι όμως, κάθε φορά που έρχονται εκλογές, τα κοιτάμε με ελπίδα: “Ίσως αυτό να είναι διαφορετικό.” Αλλά στο τέλος όλα κάνουν το ίδιο: λίγο θόρυβο, πολύ φούσκωμα και στο τέλος… κάτι αφήνουν πάνω μας πριν πετάξουν.
Στην Ελλάδα το περιστέρι έχει γίνει σχεδόν πολιτικό σύμβολο. Άλλος το αφήνει ελεύθερο για την ειρήνη, άλλος για την τηλεόραση κι άλλος γιατί έτυχε να έχει κάμερες μπροστά.
Θυμάσαι εκείνες τις εποχές που οι πολιτικοί πήγαιναν σε πλατείες, άφηναν δύο περιστέρια στον αέρα και νόμιζες ότι ξεκινούσε είτε προεκλογική καμπάνια είτε διαγωνισμός ταχυδακτυλουργών; Το περιστέρι πετούσε… κι η οικονομία προσγειωνόταν.
Εχουμε δει πολιτικούς να κρατάνε περιστέρια με τόση τρυφερότητα, που αν έδειχναν την ίδια αγάπη και στους λογαριασμούς της ΔΕΗ, θα είχαμε γίνει Ελβετία. Άλλοι τα άφηναν να πετάξουν για να συμβολίσουν “την ελπίδα του λαού”. Το πρόβλημα είναι ότι συνήθως το μόνο που πετούσε τελικά ήταν οι τιμές.
Κάθε κόμμα έχει το δικό του περιστέρι: Το δεξιό περιστέρι πετάει πειθαρχημένα και ζητά επενδύσεις. Το αριστερό περιστέρι πετάει συλλογικά αλλά κανείς δεν ξέρει ποιος κρατά το τιμόνι. Το κεντρώο περιστέρι πετάει και προς τις δύο κατευθύνσεις για να είναι μέσα σε όλες τις κυβερνήσεις.
Κάποτε τα περιστέρια συμβόλιζαν την ειρήνη. Σήμερα στην Ελλάδα συμβολίζουν ότι “έρχονται εκλογές, κρύψτε τα πορτοφόλια και ανοίξτε τις τηλεοράσεις”.
«Στην Ελλάδα οι πολιτικοί αγαπούν πολύ τα περιστέρια. Άλλοι τα αφήνουν ελεύθερα για την ειρήνη, άλλοι για το δελτίο των 8.
Από τις εποχές του Ανδρέας Παπανδρέου, που κάθε συγκέντρωση έμοιαζε με λαϊκό πανηγύρι και απελευθέρωση συμβόλων, μέχρι τις πιο τηλεοπτικές εποχές του Αλέξης Τσίπρας και του Κυριάκος Μητσοτάκης, το περιστέρι πάντα είχε θέση δίπλα στη σημαία και μπροστά στην κάμερα.
Ο Έλληνας πολιτικός βλέπει περιστέρι και σκέφτεται: “Να μια ωραία ευκαιρία για συμβολισμό.” Το περιστέρι βέβαια βλέπει πολιτικό και σκέφτεται: “Κράτα μικρό καλάθι και πέτα όσο πιο γρήγορα μπορείς.”
Και κάπως έτσι, δεκαετίες τώρα, τα περιστέρια στην Ελλάδα έχουν πετάξει περισσότερο από τις υποσχέσεις. Τουλάχιστον αυτά, όταν φεύγουν, ξέρεις ότι κάποτε θα επιστρέψουν...»
Το βιβλίο ξεκινάει με την παραίτηση του κ. Τσίπρα από πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την δραματική ήττα του στις εκλογές του 2023. Ο Αλέξης Τσίπρας ξυπνάει από έναν θόρυβο στο μπαλκόνι του λέει, και όταν βγαίνει έξω να δει τι συμβαίνει, ανακαλύπτει ότι ένα περιστέρι έχει εγκλωβιστεί εκεί και δεν μπορεί να φύγει. Ο ακόμα τότε πρόεδρος του κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς, το πιάνει στα χέρια του και το αφήνει να πετάξει, το ελευθερώνει για όσους είστε στουρνάρια και δεν καταλαβαίνετε τους ιδιαίτερους συμβολισμούς του Αλέξη Τσίπρα. Επιστρέφοντας στο δωμάτιο, εξηγεί στην σύζυγό του Μπέτυ τι έχει συμβεί και της λέει: "Απίστευτο και σημαδιακό. Τώρα πια είμαι απόλυτα σίγουρος για την απόφασή μου". Και παραιτείται.
Τα περιστέρια δεν χρησιμοποιήθηκαν μόνο στην Ελλάδα. Και στο εξωτερικό οι πολιτικοί τα αγάπησαν πολύ — κυρίως όταν υπήρχαν κάμερες κοντά.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ αγαπούσε τα σύμβολα δύναμης. Ο Τζον Φ. Κένεντι είχε το χαμόγελο και τη φωτογένεια. Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ μιλούσε για ειρήνη και αλλαγή. Αλλά κάπου ανάμεσα σε όλους αυτούς, πάντα πεταγόταν κι ένα περιστέρι για να δείξει ότι “έρχεται μια νέα εποχή”.
Το θέμα είναι ότι το περιστέρι έχει μπλέξει άσχημα στην πολιτική. Το αφήνουν ελεύθερο για να συμβολίσει την ειρήνη και μετά αρχίζουν οι κυρώσεις, οι φόροι και τα τηλεοπτικά πάνελ.
Και βέβαια υπάρχουν και οι άτυχες στιγμές. Γιατί το περιστέρι είναι το μόνο πλάσμα στον κόσμο που μπορεί να καταστρέψει διπλωματική φωτογραφία μέσα σε μισό δευτερόλεπτο. Ένας ηγέτης ανοίγει τα χέρια με ύφος “ελπίδα για την ανθρωπότητα”… και το περιστέρι αποφασίζει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να του αφήσει αναμνηστικό στο σακάκι.
Ίσως τελικά τα περιστέρια να είναι οι μόνοι που βλέπουν τους πολιτικούς από ψηλά και λένε: “Καλά… ούτε εμείς δεν πετάμε τόσο όσο οι υποσχέσεις τους.”»
«Τα περιστέρια πέταξαν. Τα κάγκελα έμειναν.»
"Bird on the Wire Σαν πουλί στο σύρμα Σαν μεθυσμένος σε μεταμεσονύκτια χορωδία Προσπάθησα με τον τρόπο μου να είμαι ελεύθερος"