![]() |
Επιδαύριος Ειρήνη |
21 Ιουλίου 2017, παρασκευή απόγευμα και κατηφορίζουμε για Επίδαυρο. Αγαπημένο μέρος, ωραία βραδυά και μια άκρως σημειολογική παράσταση "ΕΙΡΗΝΗ".
Μελέτησα το έργο μέρες πριν , οπότε ήμουν αρκετά διαβασμενη, και μπορώ να πώ απο τα καλύτερα έργα του Αριστοφάνη, ο οποίος τελικά μου αρέσει πολύ.
Εχει έναν ιδιαίτερο τρόπο, πολύ ευρηματικό και καυστικό να μιλά για τα προβλήματα της εποχής του, δεν είναι δουλικός με τους θεούς,που δεν τους αφήνει σε ησυχία και καταπιάστηκε με πολύ σημαντικές και διαχρονικές έννοιες.
Επίσης θα ήθελα να τονίσω ότι μπορεί να είναι αθυροστομος , αλλά στις σημερινές παραστάσεις και διασκευές το εχουν παρακάνει, με το πρόσχημα αυτό.
Με την κουβεντούλα φθάσαμε τελικά στο υπέροχο χώρο της Επιδαύρου, μας καλοδέχθηκε το άρωμα της λυγαριάς με τα μώβ και άσπρα λουλουδάκια της, που είναι κατάσπαρτη .
Η ιστορία ξεκινά κάπως έτσι
Ο Τρυγαίος, πολίτης της Αθήνας, είναι απελπισμένος από τον αλληλοσπαραγμό Αθήνας - Σπάρτης και αποφασίζει να ανέβει ο ίδιος στον Δία για να τον ρωτήσει ποιος είναι ο σκοπός του και αφήνει τις ελληνικές πόλεις να αλληλοσφάζονται. Φτάνει με τον "σκάθαρο" τον οποίο έκτρεφε από καιρό γι' αυτόν τον σκοπό και βρίσκει τον Ερμή που του λέει ότι ο Πόλεμος είναι τώρα μόνος του στον Όλυμπο και έχει φυλακίσει την Ειρήνη σε ένα βάραθρο. Ο Τρυγαίος αποφασίζει να την απελευθερώσει και να την φέρει πάλι στη γη.
"Δία Δία! Που το πας Δία, άσε τη σκούπα!
Μη τη σαρώνεις την Ελλάδα ολόκληρη"!
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Δία! Τι θα τον κάνεις τον κόσμο μας!
Τη λατρεία σου σβήνεις - τελείωσες
αν τις διαλύσεις όλες τις πόλεις σου!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α΄
Να το κακό που σας έλεγα! Να!
Την καταλάβατε την τρέλα του τώρα.
Να σας πω τι πρωτόπε όταν πρωτοάρχισε.
Αναρωτιόταν και έλεγε "πως θα μπορούσα
να φτάσω, πως, αμέσως στο Δία;"
Και ύστερα έφτιαχνε σκαλίτσες λεπτές και σκαρφάλωνε πάνω τους,
μέχρι που τσάκισε το κεφάλι του πέφτοντας
και χτες - σε απόγνωση - δεν ξέρω πως
έφερε έναν τρανό σκατομπούμπουλα της Αίτνας - τεράστιο,
να τον φροντίζω μ' ανάγκασε
κι αυτός τον ημέρωνε σαν πουλαράκι
και τον κανάκευε κι έλεγε.
"Πηγασάκι μου. Πέτα μου. Πάρε με και πάμε στο Δία αμέσως".
Τώρα θα σκύψω να κοιτάξω τι κάνει.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α΄
Γιατί πετάς άδικα ψηλά στον ουρανό!
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Για το καλό των Ελλήνων πετώ.
Μηχανεύτηκα πρωτάκουστο τόλμημα.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α΄
Γιατί πετάς; Παλάβωσες άδικα!
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Σιωπή και ευλάβεια - και
μην κακομελετάς. Μίλα με δέος.
Πες στον κόσμο να σωπάσουν και να χτίσουν καινούργιους κοπρώνες.
Και να βάλουν τάπες.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α΄
Δεν θα σιωπήσω αν δεν μου πεις που πας να πετάξεις.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Στον ουρανό, για το Δία. Τι άλλο!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α΄
Τι έχεις στο νου σου;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Να τον ρωτήσω για τους Έλληνες όλους τι πάει να τους κάνει.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α΄
Κι αν δεν σου πει;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Θα τον καταγγείλω ότι προδίνει την Ελλάδα στους Μήδους.
ΚΟΡΗ
Ποιο δρόμο θα πάρεις; Εκεί στα ψηλά καράβι δεν πάει.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Με φτερωμένο πουλάρι θα πάω, όχι καράβι.
ΚΟΡΗ
Πως σου ήρθε ιδέα σκαθάρι να ζέψεις και να πας στους θεούς;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Στους μύθους του Αισώπου, ο Σκάθαρος μόνο
απ' τα πετούμενα όλα πήγε πετώντας.
ΚΟΡΗ
Ψέματα είναι ο μύθος του Αισώπου
- πως ως τους θεούς πήγε ο βρωμοσκάθαρος.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Πήγε από έχθρα παλιά στον Αετό -
να του φάει τ' αβγά για εκδίκηση.
ΚΟΡΗ
Πήγασο έπρεπε να ζέψεις πατέρα.
Θα φαινόσουν στους θεούς ήρωας τραγωδίας.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Μα θα θέλει διπλάσια τρόφιμα κόρες μου.
Τώρα όμως, με όσα θα τρώω
μ' αυτά θα χορταίνω και τούτον τον σκάθαρο.
ΚΟΡΗ
Κι αν πέσει στη θάλασσα πως θα σωθείς αφού δεν έχει φτερά;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Έχω τούτο το πηδάλιο. Γι' αυτό θα μπορέσω.
Το καράβι μου θα είναι Ναξιώτικο σκαθάρι!
ΚΟΡΗ
Ποιο λιμάνι θα σε δεχτεί όταν γυρίσεις;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Στον Πειραιά υπάρχει όρμος Κανθάρου.
Βλέπει τάχα κάποιον κάπου)
Ε! συ! Που τα κάνεις εκεί στου Πειραιά στα πορνεία. Αμάν!
Θα με πάρεις στο λαιμό σου, θα χαθώ!
Σκάψε. Σκέπασέ τα!!
Φύτεψε πάνω τους χόρτα και άνθη και μύρα ρίξε τους.
Αν πέσω και πάθω τίποτα
πέντε τάλαντα θα δώσουν για το χαμό μου οι Χιώτες
και θα φταίει ο πισινός σου.
Το φοβάμαι στ' αλήθεια, δεν το λέω για πείραγμα.
Ε! Εσύ! Χειριστή του μηχανήματος! Ε!
Το νου σου, ζαλίζομαι - γουργουρίζει η κοιλιά μου.
Σιγότερα λίγο. Θα χορτάσω το σκάθαρο.
Φτάσαμε όμως, έτσι μου φαίνεται,
βλέπω καθαρά την πόρτα του Δία.
Ποιος είναι στην πόρτα εδώ; Θα μου ανοίξει;
(Έφτασαν στην πύλη, τη χτυπάει. Βγαίνει ο Ερμής)