
Ο συνδικαλισμός γεννήθηκε ως ανάγκη. Ως φωνή. Ως αντίβαρο. Ήταν το εργαλείο των πολλών απέναντι στους λίγους. Σήμερα όμως, σε αρκετές περιπτώσεις, μοιάζει περισσότερο με ένα κλειστό σύστημα εξουσίας που αναπαράγει τον εαυτό του, παρά με μια ζωντανή έκφραση των εργαζομένων.
Ο συνδικαλισμός ξεκίνησε ως πράξη ευθύνης. Στην πορεία, σε ορισμένες περιπτώσεις, εξελίχθηκε σε ρόλο. Και για κάποιους, κατέληξε σε κάτι εντυπωσιακά ανθεκτικό στον χρόνο: μια καριέρα χωρίς σαφή ημερομηνία λήξης.
Με αφορμή το πρόσφατο σκάνδαλο, που ήρθε να προστεθεί σε μια μακρά λίστα “παρεκτροπών”, τίθεται ένα ερώτημα που πολλοί αποφεύγουν:
Μήπως ορισμένοι συνδικαλιστές έχουν πάψει προ πολλού να εκπροσωπούν εργαζόμενους — και εκπροσωπούν πλέον μόνο τον εαυτό τους;
Καρέκλες που δεν αδειάζουν ποτέ. Εκλογές που θυμίζουν τυπική διαδικασία. Συνδικαλιστές που εξελίσσονται σε “επαγγελματίες εκπροσώπους”, αποκομμένοι από τον χώρο εργασίας που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Και, φυσικά, σχέσεις εξάρτησης με πολιτικά και οικονομικά κέντρα.
Το πρόβλημα δεν είναι ο συνδικαλισμός. Το πρόβλημα είναι η μετάλλαξή του.
Τα τελευταία χρόνια έχουν περάσει διοικήσεις, κυβερνήσεις, κρίσεις, μνημόνια — αυτοί εκεί. Σταθερή αξία. Σαν τα έπιπλα.
Και κάπου εκεί αρχίζει το ωραίο: επιτροπές, συνεδριάσεις, “διαβουλεύσεις”, ταξιδάκια, επαφές. Ένα ολόκληρο παράλληλο σύμπαν, όπου ο εργαζόμενος υπάρχει κυρίως ως έννοια — όχι ως άνθρωπος.
Ο εργαζόμενος που βλέπει όλα αυτά, δεν θυμώνει απλώς. Απομακρύνεται. Σηκώνει τα χέρια. Λέει “όλοι ίδιοι είναι” και τελειώνει εκεί η συμμετοχή, οπως εχει συμβεί και με την πολιτική και τα κόμματα τους, που δεν εμπνεουν κανένα πια, ουτε τα παρωχημενα συνθηματα τους ουτε οι λογοι τους χωρίς ουσία. Ειναι μακρυα απο την πραγματικη ζωή και τα προβληματα της καθημερινότητας ενός ανθρώπου που εργαζεται.
Και έτσι, ο συνδικαλισμός καταφέρνει το ακατόρθωτο:
να μην τον πολεμούν οι απέξω, αλλά να τον αδειάζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Υπάρχουν συνδικαλιστές που έχουν ξεχάσει πότε δούλεψαν τελευταία φορά κανονικά. Που μιλούν στο όνομα εργαζομένων τους οποίους δεν συναντούν ποτέ. Που διαπραγματεύονται χωρίς να λογοδοτούν και αποφασίζουν χωρίς να ρωτούν.
Ας είμαστε ειλικρινείς: το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο. Είναι δομικό.
Όσο ο συνδικαλισμός παραμένει επάγγελμα και όχι αποστολή, τέτοια φαινόμενα δεν θα είναι η εξαίρεση — θα είναι ο κανόνας.
Και τότε, το ερώτημα δεν είναι ποιος φταίει.
Είναι ποιος θα τολμήσει να το αλλάξει.
Όταν ο συνδικαλιστής αποκτά περισσότερα προνόμια από τον εργαζόμενο που εκπροσωπεί, κάτι έχει πάει στραβά. Όταν η διαφάνεια γίνεται ενοχλητική και η λογοδοσία θεωρείται “επίθεση”, τότε δεν μιλάμε για αγώνα — μιλάμε για κατεστημένο.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό: η απαξίωση που προκαλούν τέτοια φαινόμενα δεν πλήττει μόνο τα πρόσωπα. Πλήττει την ίδια την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης. Κάνει τους εργαζόμενους να αποστρέφονται τη συμμετοχή. Να αποσύρονται. Να σιωπούν.
Αν ο συνδικαλισμός θέλει να έχει μέλλον, πρέπει πρώτα να καθαρίσει το παρόν του.
Με πραγματική διαφάνεια. Με όρια θητειών. Με επιστροφή στη βάση.
Γιατί διαφορετικά, το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεν θα είναι αυτό που αποκαλύφθηκε σήμερα — αλλά αυτό που θα συνεχίσει να συμβαίνει αύριο.
«Κάποια πράγματα δεν αποκαλύπτονται ξαφνικά. Απλώς, κάποια στιγμή, σταματούν να κρύβονται τόσο καλά.»
"Μία διαδήλωση δέκα μικρόφωνακαι τα μεγάφωνα στη διαπασώνχιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνακι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόνΞεπουληθήκατε στο γιουσουρούμγια ένα κουστούμ, για ένα κουστούμκι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμΤαρατατατζούμ, ταρατατατζούμ"
Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας ιδρύθηκε το 1918, σε μια εποχή που ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα δεν ήταν καριέρα αλλά ρίσκο. Οι πρώτες δεκαετίες της σημαδεύτηκαν από διώξεις, παρεμβάσεις και έντονες πολιτικές συγκρούσεις — όχι από σταθερές καρέκλες.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπό τις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις του Μεσοπολέμου μέχρι τις δύσκολες περιόδους της δικτατορίας, ο συνδικαλισμός λειτούργησε συχνά ως χώρος αντίστασης και διεκδίκησης, με πραγματικό κόστος για όσους συμμετείχαν.
Η μεταπολίτευση έφερε τη θεσμική του κατοχύρωση και μια περίοδο ισχυρής παρουσίας. Μαζί όμως με τη δύναμη, ήρθε σταδιακά και η θεσμοποίηση — και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απομάκρυνση από τη βάση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση αξιοπιστίας. Η ιστορία του δείχνει ότι μπορεί να αναγεννηθεί.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη η βούληση να επιστρέψει σε αυτό που ήταν: μια ζωντανή έκφραση των εργαζομένων — και όχι μια μόνιμη θέση εκπροσώπησης.
Η πορεία της Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας δεν είναι μόνο ιστορία αγώνων· είναι και ιστορία μετασχηματισμού. Και σε αυτόν τον μετασχηματισμό, εντοπίζονται και τα πιο κρίσιμα λάθη.
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ σταδιακή απομάκρυνση από τους χώρους εργασίας υπήρξε ίσως το πιο καθοριστικό. Όταν η εκπροσώπηση μεταφέρεται κυρίως σε γραφεία και αίθουσες διαπραγμάτευσης, η επαφή με την καθημερινότητα του εργαζομένου γίνεται πιο θεωρητική παρά ουσιαστική.
Παράλληλα, η μακροχρόνια παραμονή των ίδιων προσώπων σε θέσεις ευθύνης δημιούργησε μια κουλτούρα εσωστρέφειας. Η ανανέωση δεν εμποδίστηκε θεσμικά — αλλά συχνά ακυρώθηκε στην πράξη.
Σε αυτό προστέθηκε και μια αμφιλεγόμενη σχέση με την εκάστοτε εξουσία. Όχι πάντα ως σύγκρουση, αλλά συχνά ως συνύπαρξη. Και εκεί, η γραμμή ανάμεσα στη διαπραγμάτευση και τη συναίνεση έγινε δυσδιάκριτη.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν άμεσο, αλλά σωρευτικό: σταδιακή φθορά αξιοπιστίας, απομάκρυνση των νεότερων εργαζομένων και μια αίσθηση ότι ο συνδικαλισμός εκπροσωπεί περισσότερο τον εαυτό του παρά τη βάση του.
Και κάπως έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι πήγε στραβά.
Είναι γιατί, ενώ φαινόταν, δεν άλλαξε εγκαίρως.
Αν κάτι δείχνει η διαδρομή της Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, είναι ότι ο συνδικαλισμός δεν χρειάζεται να εφευρεθεί από την αρχή — χρειάζεται να επιστρέψει στα βασικά.
ΑπάντησηΔιαγραφήΠρώτα απ’ όλα, στην επαφή. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως καθημερινή παρουσία στους χώρους εργασίας. Εκεί όπου τα προβλήματα δεν διατυπώνονται σε ανακοινώσεις, αλλά ζουν στην πράξη.
Έπειτα, στην ανανέωση. Όχι ως τυπική εναλλαγή προσώπων, αλλά ως πραγματικό άνοιγμα σε νέες φωνές, χωρίς μηχανισμούς που λειτουργούν αποτρεπτικά για όποιον δεν ανήκει ήδη στο σύστημα.
Και κυρίως, στη λογοδοσία. Όχι επιλεκτική και εκ των υστέρων, αλλά σταθερή και αυτονόητη. Γιατί η εκπροσώπηση χωρίς έλεγχο καταλήγει εύκολα να υπηρετεί τον εαυτό της.
Ο συνδικαλισμός δεν χρειάζεται περισσότερες δηλώσεις. Χρειάζεται λιγότερη απόσταση.
Γιατί στο τέλος, δεν κρίνεται από το πόσο καλά μιλά στο όνομα των εργαζομένων —
αλλά από το αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αναγνωρίζουν τη φωνή τους μέσα σε αυτόν.